Ιστορία της Οικογένειας

Ιστορία του Οινοποιείου - A

Από το προσωπικό αρχείο της οικογένειας Κουτσογιαννόπουλου.

«Το έτος 1870 έφθασαν με ιστιοφόρον στη Σαντορίνη οι αδελφοί Γρηγόριος και Δημήτριος Κουτσογιαννόπουλος, προερχόμενοι από την καταβόθρα Μολάων Νομού Λακωνίας.

Το ιστιοφόρον κατευθύνετο εις Σύρον, η οποία και ήκμαζε εμπορικώς. Σφοδροί δυτικοί άνεμοι υπεχρέωσαν το ιστιοφόρον αντί Σύρου να προσεγγίσουν εις Σαντορίνη όπου και απεβιβάσθησαν. Εις τη Σαντορίνη είχε ανεπτυχθή πολύ η εμορική ναυτιλία πρώτον διότι εις το ηφαίστειο υπήρχαν πολλοί όρμοι ασφαλείς δια τα ιστιοφόρα και δεύτερον και κυριότερον διότι ήτο ο ενδιάμεσος σταθμός προς Κρήτην και Αίγυπτον με την οποίαν Αίγυπτον αργότερον ανέπτυξαν ενδιαφέρουσαν σχέσεις ως προς την εμπορίαν του κρασιού.
Από τις πρώτες τους επαφές οι νεαροί Κουτσογιαννόπουλοι αντελήφθησαν ότι στην Σαντορίνη υπήρχε μεγάλο εμπορικό ενδιαφέρον το οποίον και εκμεταλεύθησαν, εμπορευόμενοι στην αρχή λάδι το οποίο μετέφεραν με ασκούς από την πατρίδα τους.
Η οξύτητα του πνεύματος και η μεγάλη εργατικότης που τους διέκρινε είχε ως αποτέλεσμα, σε δύο περίπου δεκαετίες να αναπτυχθούν και να δημιουργήσουν τεραστείαν οικονομική επιφάνεια εις ακίνητα και ιστιοφόρα, αξιόλογον τότε εις την κοινωνία της Σαντορίνης.» Το μουσείο δημιουργήθηκε από την αγάπη και το μεράκι που είχαμε για την παράδοση και το κρασί που συνεχίζουμε να παράγουμε μέχρι σήμερα.
Για τη δημιουργία του μουσείου οίνου χρειάστηκαν 21 ολόκληρα χρόνια σκληρής δουλειάς με υπομονή και επιμονή. Η χρηματοδότηση έγινε εξ' ολοκλήρου από την οικογένεια μας. Το μουσείο δημιουργήθηκε με χειρονακτική εργασία χωρίς τη βοήθεια μηχανοκίνητων εργαλείων, αφού ο χώρος δεν το επέτρεπε, διότι είναι στενός, μακρύς και χαμηλοτάβανος.
Όλα τα εργαλεία, σκεύη και μηχανήματα είναι αυθεντικά και σπάνια κομμάτια, μηχανήματα τα οποία έχουν δουλέψει για τις προηγούμενες γενιές και έχουν αφήσει την ψυχή τους να υπάρχει στον χώρο.
Στο μουσείο όλα τα θέματα παρουσιάζονται με τη σειρά τους. Όλα τα στάδια της παραγωγής του κρασιού καθώς και όλα τα μηχανήματα εκτίθενται με χρονολογική σειρά. Ο επισκέπτης ξεκινάει την περιήγηση του βλέποντας σε μακέτα πιστό αντίγραφο του έτους 1840. το πρώτο σπίτι της οικογένειας Κουτσογιαννόπουλου, που βρισκόταν στην καταβόθρα Μολάων– σημερινή Μεταμόρφωση- του νομού Λακωνίας, καθώς και αυθεντικά στοιχεία του σπιτιού όπως το κεραμίδι, το μάνταλο του παραθύρου και ένα γάντζο. Στη συνέχεια κινητά και ακίνητα ομοιώματα θα του παρουσιάσουν τη ζωή του Σαντορινιού αμπελουργού και τη διαδικασία της παραγωγής του κρασιού μέσα από θέματα όπως το κλάδεμα, το όργωμα της γης τον τρύγο το πάτημα και το ζύγισμα των σταφυλιών. Τα σπάνια εκθέματα μηχανημάτων και εργαλείων οινοποιήσεως θα μεταφέρουν τον επισκέπτη σε άλλη εποχή και θα τελειώσει την περιήγηση του στο γραφείο του ιδρυτή του οινοποιείου Γρηγόριου Κουτσογιαννόπουλου με όλα τα προσωπικά αντικείμενα του και είδη γραφείου του έτους 1870.
Στο τέλος ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να δοκιμάσει τρία από τα καλύτερα κρασιά που παράγει σήμερα το οινοποιείο μας. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να πούμε ότι ο κάθε ένας που επισκέπτεται το οινοποιείο μας παίρνει μαζί του γνώσεις από το παρελθόν, από την ελληνική-κυκλαδίτικη κουλτούρα και επιπλέον τις στοιχειώδεις γνώσεις πάνω στο προϊόν που λέγεται οίνος.


Ιστορία του Οινοποιείου - B

Ξεκίνησε το 1870 από τους αδερφούς Γρηγόρη και Δημήτρη Κουτσογιαννόπουλο.
Οι εξαγωγές στην Οδησσό της Ρωσίας ήταν ο κύριος όγκος των πωλήσεων από το 1870 έως το 1917.

Οι Ρώσοι προτιμούσαν το Σαντορινιό ξηρό κρασί γιατί ήταν υψηλόβαθμο (17 – 18% alc ). Αλλά και το Vinsanto που το χρησιμοποιούσαν κι εκείνοι για τη θεία κοινωνία . Το κρασί μεταφερόταν με βαρέλια με τα ιστιοφόρα της εποχής. Στα βαρέλια μεταγγίζονταν με τους ασκούς ( τουλούμια ) που ήταν από δέρμα θηλυκού ζώου , κυρίως κατσίκας. Η Ρωσική Επανάσταση το 1917, κλείνει το κεφάλαιο εξαγωγές. Ανοίγουν όμως νέες αγορές στη Δυτική Ευρώπη, Γαλλία και Ιταλία. Η προτίμηση του Σαντορινιού κρασιού επιβεβαιώνει την υψηλή ποιότητα του κρασιού.
Πριν έρθει στο οινοποιείο μας το πρώτο εμφιαλωτήριο το κρασί πουλιόταν χύμα, εντός Σαντορίνης με το σέκι ( 1 σέκι = 10 λίτρα ) , στους λιγοστούς πελάτες στο νησί. Απλά γιατί η κάθε οικογένεια παρασκεύαζε το δικό της κρασί.
To 1967 αρχίζει να λειτουργεί το εργοστάσιο παραγωγής ρεύματος (ΔΕΗ) στην Σαντορίνη.
Το 1970 έρχονται τα πρώτα ηλεκτρικά μηχανήματα , τα οποία βοηθούν στην καλυτέρευση της παραγωγικής διαδικασίας, αλλά κυρίως της ποιότητας του Σαντορινιού κρασιού.
Το οινοποιείο μας ξεκινάει, το 1970 με τα πρώτα ημιαυτόματα οινοποιητικά και εμφιαλωτικά μηχανήματα , εγκαινιάζοντας δειλά – δειλά την εμφιάλωση. Πρώτες ετικέτες της εποχής VOLCAN & LAVA. Το κοινό δεν ανταποκρίθηκε θετικά σε αυτό το νεωτερισμό. Συνέχισε να εμπιστεύεται το χύμα κρασί που παραδοσιακά έφτιαχνε στις κάναβες του, αντιμετωπίζοντας το εμφιαλωμένο με καχυποψία όσον αφορά την ποιότητά του. Πίστευε δηλαδή ο κόσμος ότι περιέχει «φάρμακα». Σήμερα το οινοποιείο συνεχίζει, η τέταρτη γενιά με τη φροντίδα, το μεράκι και την επίβλεψη του ιδιοκτήτη Γιώργου Κουτσογιαννόπουλου. Σύγχρονα μηχανήματα από ανοξείδωτο χάλυβα αντικατέστησαν όπως ήταν φυσικό τα ξύλινα σκεύη και εργαλεία.
Εξοπλισμένο λοιπόν με την τελευταία λέξη της σημερινής τεχνολογίας, με μεγάλη εμπειρία στο Σαντορινιό αμπελώνα και τις δυνατότητες των τοπικών ποικιλιών του σταφυλιού, παράγει πολύ υψηλής ποιότητας κρασί.
Η διατήρηση και βελτίωση της ποιότητας των κρασιών και η αισθητική παρουσία φιάλης και ετικέτας ολοκληρώνουν την εικόνα ενός συνόλου διαρκώς ποιοτικότερου.
Οινοποιείο όμως δεν είναι μόνο αυτό. Πρωτοστατεί και πολιτιστικά. Η ίδρυση του Μουσείου Οίνου στο ίδιο κτήμα που στεγάζεται το οινοποιείο, είναι μια πολιτιστική κληρονομιά του για το «σήμερα». Σε επιβλητικό, υπόσκαφο χώρο, 8 μέτρα κάτω από τη γη και 300 μέτρα μήκος, σε σχήμα λαβύρινθου παρουσιάζεται η ιστορία της Αμπελουργίας της Σαντορίνης.
Ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει το Σαντορινιό αμπελουργό, μέσα από τα εκθέματα, από το 1660 έως το 1970.
Επιπλέον, γίνεται προσπάθεια σύνδεσης του κρασιού με τη διασκέδαση, όπως στην αρχαία Ελλάδα.
Οργανώνονται λοιπόν κάθε Παρασκευή, στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο του οινοποιείου, γλέντια με μεγάλη επιτυχία, συνδυάζοντας το κρασί με το χορό, το φαγητό και τη διασκέδαση, ακολουθώντας τα βήματα του θεού Διόνυσου.


Βιογραφικό Σημείωμα

Από μικρό παιδί το παιχνίδι μου, οι ασχολίες μου, οι κρυψώνες μου, ακόμα και οι μικρές μου αποδράσεις ήταν στο παλιό οινοποιείο του πατερά μου.
Μετά το σχολείο, αλλά και τις καλοκαιρινές διακοπές τις περνούσα στα υπόγεια δίπλα στα μεγάλα βαρέλια στο οινοποιείο, μαζί με τους εργάτες υπό το βλέμμα και την καθοδήγηση του πατέρα.

Μεγαλώνοντας μάζεψα τις εμπειρίες του, που με μύησαν στην οινοποίηση. Δεν ένοιωσα το οινοποιείο ποτέ σαν δουλειά. Ήταν για μένα η διασκέδαση μου, το χόμπι μου. Κάτι που έδινε μεγάλη χαρά κάθε μέρα σε κάθε κομμάτι σε κάθε στάδιο. Από το όργωμα του αμπελιού ως την εμφιάλωση .Δεν είχε καμιά σημασία το ξόδεμα του χρόνου.
Με την πάροδο των ετών έγινε αντιληπτό ,ότι δεν έφταναν μόνο οι εμπειρίες και η αγάπη που κληρονόμησα. Χρειαζόμουν περισσότερη θεωρητική γνώση. Παρακολούθησα αρκετά σεμινάρια ,μαθαίνοντας τις νέες τεχνικές. Το πάντρεμα της τεχνολογικής εφαρμογής, με την εμπειρία, για ακόμη καλύτερο προϊόν.
Οπλισμένος με νέες ιδέες, άλλαξα, σταδιακά, όλο το στήσιμο του παλιού οινοποιείου, με υπέρ σύγχρονο εξοπλισμό, νέας τεχνολογίας δίνοντας μια νότα βελτίωσης στην ποιοτική εξέλιξη.
Σύντομα ήρθαν οι διακρίσεις, οι βραβεύσεις σε διαγωνισμούς , σε Ελλάδα και εξωτερικό, επιβραβεύοντας τον κόπο και την προσπάθεια. Καθημερινά λαμβάνω τα μηνύματα των καταναλωτών για το τι ζητούν, πώς θέλουν να είναι σήμερα το κρασί, μηνύματα τα οποία θα με κατευθύνουν στο μέλλον.
Σαν 4η γενιά σήμερα, συνεχίζοντας την παράδοση της οικογένειας πιστεύω ότι δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικό στη ζωή μου. Ασχολούμαι αποκλειστικά με το κρασί νοιώθοντας μαγεμένος και ερωτευμένος με αυτό.
Ο νεαρός Γρήγορης Κουτσογιαννοπουλος 5ηγενιά, είναι σήμερα μαθητής στην B' τάξη του δημοτικού σχολείου…

Κουτσογιαννόπουλος Γεώργιος
Οινοποιός


Οινοποιείο Koutsoyannopoulos

Ονομάζομαι Γιώργος Κουτσογιαννόπουλος. Η οικογένεια μας παράγει κρασί στη Σαντορίνη από το 1870 μέχρι και σήμερα. Εμείς είμαστε η 4η γενιά που συνεχίζει το έργο των προγόνων μας με μεγάλη αγάπη και ευθύνη προς την ιστορία της οικογένειας μας.

Με αφορμή την μεγάλη ιστορία και εμπειρία πάνω στο κρασί, αλλά και τα πολλά και άριστα διατηρημένα σκεύη , εργαλεία και μηχανήματα οινοποιήσεως και εμφιαλώσεως οίνου, δημιουργήσαμε ένα μουσείο οίνου στις υπόγειες εγκαταστάσεις του οινοποιείου μας. Βρίσκεται στα 8 μέτρα βάθος και 300 μέτρα μήκος παρουσιάζοντας την ιστορία του κρασιού και τη ζωή του Σαντορινιού αμπελουργού από το 1660 ως και σήμερα.
Στην Σαντορίνη από ενδείξεις που είχαμε από τις ανασκαφές του Ακρωτηρίου, αμπελουργία υπάρχει από το 1700 π.Χ. Πρόκειται για έναν πολύ παλαιό αμπελώνα τον οποίο ποτέ δεν έχει προσβάλει η φυλλοξήρα. Ένα από τα χαρακτηριστικά του Σαντορινιού αμπελώνα είναι ότι τα φυτά είναι αυτόριζα και σε συνδυασμό με το μικροκλίμα (ελάχιστες βροχές) έχουμε μικρή απόδοση σε σταφύλια της τάξεως 400-450 κιλά ανά στρέμμα , αλλά πολύ υψηλή ποιότητα σε κρασί. Η Σαντορίνη σήμερα παράγει σε κρασί από 1000 ως 3000 τόνους ετησίως.
Τα χαρακτηριστικά κρασιά της Σαντορίνης είναι το λευκό, από την ποικιλία ασύρτικο με το πολύ πλούσιο άρωμα, υψηλή οξύτητα και εκρηκτικό σώμα και το Vinsanto το παραδοσιακό λιαστό κρασί με το μελί χρώμα, το ιδιαίτερο άρωμα και γεύση ώριμων σύκων και σταφίδας που επιδέχεται μεγάλη παλαίωση.


Το Όνομα της Οικογένειας

140 χρόνια πριν, οι άνθρωποι ακούγαν μόνο σε παρατσούκλια. Αυτά προέκυπταν από την καθημερινότητα. Το επάγγελμα την συμπεριφορά, τον σωματότυπο , τα χαρακτηριστικά ή κάποια ξεχωριστή ιδιότητα.(πχ ο άνθρωπος με μεγάλο μουστάκι ονομάζονταν ΄΄ο Γιώργος ο Μουστάκας¨, ο τεχνίτης των χάλκικων σκευών, Καλαίτζης.

Ένας ψηλός με το όνομα Γιάννης ονομάζονταν Γιάνναρος. Πηγαίνοντας στον τον πόλεμο ο Γιάνναρος, μετά από έντονες κακουχίες γύρισε με ένα πόδι. Ονομάστηκε το λοιπόν ο Κουτσογιαννης.
Τα παιδιά του Κουτσογιαννη, τα Πουλάκια, (όπως κοτοπουλάκια ),ήταν τα Κουτσογιαννοπουλακια. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε το επώνυμο της οικογένειας…

Από την Λακωνία στην … Σαντορίνη

Το 1870 τρία αδέρφια Κουτσογιαννοπουλοι από την Καταβόθρα Μολάων Λακωνίας ,ο Γρηγοριος (22),ο Δημήτριος (24) και ο Θεόδωρος (19),νεαροί έμποροι λαδιού και πατάτας, πουλάνε τα προϊόντα τους στη Σύρο ,το μεγαλύτερο εμπορικό λιμάνι ,εκείνης της εποχής.
Σε ένα εμπορικό τους ταξίδι, από την Κυπαρίσσια προς Σύρο, ισχυροί δυτικοί άνεμοι έβγαλαν εκτός πορείας το μικρό ιστιοφόρο, φορτωμένο με ασκούς λάδι. Το άγνωστο νησί που αποβιβαστήκαν ,ήταν η Σαντορίνη.
Τότε ήταν ένα ξεχασμένο νησί. Η ζωή πάνω σ αυτό, ήταν από δύσκολη έως ακατόρθωτη. Χωρίς βροχές, άρα με ελλιπή χλωρίδα και πανίδα. Οι κάτοικοι της έλεγαν "εμείς δεν είμαστε άνθρωποι, είμαστε Σαντορινιοί" δηλ μαθημένοι στις κακουχίες.
Η παρθένα αγορά της Σαντορίνης, απορρόφησε άμεσα τα προϊόντα, μιας άλλης γης, διψώντας για αυτά από καιρό.
Οι αφοί Κουτσ/λοι κατενθουσιασμένοι από την απρόσμενη αποδοχή των προϊόντων τους, δεν ξαναπήγαν στην Σύρο .Πωλούσαν και μάλιστα χωρίς ανταγωνισμό, ότι έφερναν από την Λακωνία.
Η Σαντορίνη ήταν ένα ξερό νησί, χωρίς ,δάση, και ποτάμια .Ήταν όμως στρωμένη από ένα καταπράσινο χαλί. Τον αμπελώνα της.
Γρήγορα οι αφοί Κουτσ/λοι αντιλαμβάνονται ,με την οξυδέρκεια που τους διέκρινε, την ιδιαιτερότητα του Αμπελώνα.
Εγκαταστάθηκαν οριστικά πλέον στην Σαντορίνη. Αγόρασαν γη και αφιερωθήκαν στους αμπελώνες και στην παραγωγή του κρασιού. Έμποροι καθώς ήταν, δεν δυσκολεύτηκαν να ανοίξουν νέες αγορές για το Σαντορινιό κρασί.

Ο τρίτος αδερφός

Στην άνοδο και καθιέρωση του Γρηγορίου & Δημητρίου στο εμπόριο και την νέα γη της επαγγελίας για αυτούς ,είχε καθοριστική συμμετοχή η στάση του Βενιαμίν της οικογένειας του τρίτου αδερφού.
Ο Θεόδωρος υπηρέτησε στον Ελληνικό στρατό, κάνοντας τρεις θητείες. Για τον εαυτό του και τους δυο του, αδερφούς !!! Εννέα συνολικά χρόνια.
Έτσι τα δυο αδέρφια δεν απομακρύνθηκαν από το εμπόριο ,και τον κίνδυνο να τους ξεχάσουν οι πελάτες τους στην αγορά της Σύρου, του μεγάλου ανταγωνισμού. Απόκτησαν εμπειρίες που δεν τις διέκοψαν για την θητεία.
Ανέλαβαν βεβαίως την ιερή υποχρέωση να αποκαταστήσουν οικονομικά τον Θεόδωρο, παραχωρώντας του την περιουσία τους στους Μολάους.
Τρανό παράδειγμα αλληλεγγύης, από μια άλλη εποχή…..
Η εργατικότητα τους και η εξυπνάδα τους έφερε σε μια 20ετια να διαθέτουν πολύ μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Στόλο ιστιοφόρων τα οποία ήταν απαραίτητα για την μεταφορά του κρασιού εκτός Σαντορίνης. Κινητή και ακίνητη περιουσία.
Η ραγδαία επαγγελματική τους άνοδος, ευνοήθηκε από :

  • Τη γνώση της θάλασσας και των θαλασσίων μεταφορών.
  • Γνώριζαν το είναι εμπορική συναλλαγή ,πριν εγκατασταθούν στη Σαντορίνη.
  • Έμαθαν γρήγορα τα μυστικά του αμπελώνα και του κρασιού
  • Εκτίμησαν πολύ σωστά τις ευκαιρίες που τους δόθηκαν.

To μεγάλο μέρος του εξαγωγικού εμπορίου το κάνουν στην Ρωσία. Γι΄ αυτό συνηγορούν

  • Στους ορθόδοξους Ρώσους αρέσει να χρησιμοποιούν το vinsanto για την θεία κοινωνία. Το γλυκό Σαντορινιό κρασί που σταδιακά γίνετε γνωστό.
  • Το ξηρό κρασί που παρήγαγε τότε η Σαντορίνη, υψηλόβαθμο, 17-18ο αλκοόλ ,ήταν ιδιαίτερος αρεστό, στην Ρωσική αγορά. Το ιδιαιτέρα ψυχρό κλίμα.
  • Οι καλές σχέσεις των Ελλήνων με την τσαρική Ρωσία.

Οι εμπορικές σχέσεις των Κουτς/λων με τους Ρώσους σταματούν με την Οκτωβριανή επανάσταση το 1917.Ανοιγουν ωστόσο νέες αγορές. Ιταλία και Γαλλία δείχνουν έντονα το ενδιαφέρον τους για το υψηλόβαθμο Σαντορινιό ξηρό κρασί, αλλά και για το visanto. Προπλήρωναν μάλιστα για την ποσότητα που ήθελαν, πριν τον τρύγο (!!!),ώστε να είναι βέβαιοι πως θα το έχουν.
Έτσι το κρασί γίνετε η σημαντικότερη, επαγγελματική δραστηριότητα των αδερφών.
Το 1956 με τον μεγάλο σεισμό στη Σαντορίνη, ξεκινάει μια πολύ κακή δεκαετία για όλους, τους κατοίκους της ,που πουλούν μαζικά ,χωράφια, σπίτια & ζώα για να μετοικίσουν ,κυρίως στην Αθήνα. Οι Κουτσογιαννοπουλοι έμειναν και άντεξαν στα δύσκολα χρόνια.
Η ύφεση ολοκληρώθηκε με την εγκατάσταση του εργοστασίου της ΔΕΗ το 1965.Σταδιακα έρχονται τα πρώτα ηλεκτρικά μηχανήματα, αλλάζοντας, την συνήθεια & τον τρόπο, στην παραγωγή του κρασιού. Η εμφάνιση της τεχνολογίας, βοήθησε πολύ στην άνοδο της ποιότητας.
Η τρίτη γενιά που έζησε τις μεγάλες αλλαγές στην τεχνολογία ,στους τομείς της παραγωγής, οραματίστηκε την ίδρυση ενός υπόσκαφου μουσείου για το κρασί…
Έτσι αξιοποίησε τα πάρα πολλά μηχανήματα και εργαλεία που είχε ήδη. Οι στοές και οι χώροι αποθήκευσης του παλιού οινοποιείου ,ήταν εκεί και περίμεναν να ζωντανέψουν τις μνήμες. Στην τέταρτη γενιά έπεσε το κύριο βάρος για την ολοκλήρωση ενός πλάνου που όμοιο του δεν υπάρχει στον Ελληνικό χώρο.
Ο αρχικός σχεδιασμός αφορούσε την ιστορία της οικογένειας. Όμως αυτή ήταν άρρηκτα συνδεμένη με την Σαντορίνη. Πολύ γρήγορα το μουσείο ξεπέρασε τα στενά οικογενειακά δεσμά και περίγραψε με απλό τρόπο τη ζωή του Σαντορινιού αμπελουργού ,σε μια πορεία από το πρώτο ξύλινο πιεστήριο στα 1660, έως την αλλαγή της τεχνολογίας 1970 περίπου.
Είκοσι ένα χρόνια χρειάστηκαν για πάρει το μουσείο οίνου τη σημερινή του μορφή. Απόλυτος και μοναδικός χρηματοδότης, η οικογένεια…
Σήμερα ο επισκέπτης έχει την δυνατότητα ,να κάνει ένα ταξίδι στο παρελθόν. Να βρεθεί διπλά στους ανθρώπους εκείνης της εποχής. Να νοιώσει το μόχθο, που απατούσαν οι εργασίες.
Με κινητά και ακίνητα ομοιώματα, ανάλογο φωτισμό, ήχους και την βοήθεια ηλεκτρονικής ξενάγησης, γίνεται μέλος αυτής της οικογένειας, στην πορεία των αιώνων…
Ο νεαρός Γρήγορης Κουτσογιαννοπουλος,5η γενιά, είναι σήμερα μαθητής στην Β' τάξη του δημοτικού σχολείου…


Μια ιστορία για το κρασί της Σαντορίνης!

Άδειασε ο κάμπος από τους τρυγητάδες, απ' τις φωνές και τα τραγούδια. Οι αγωγιάτες αφήσανε ξεμπαστουρωμένα ( ελεύθερα , χωρίς να είναι δεμένα το μπροστινό με το πισινό πόδι του ζώου ) τα ζωντανά τους μέσα στα τρυγημένα αμπέλια για να ξεκουραστούνε και να βοσκήσουνε.

Τώρα βγήκανε και τα παιδιά με τα καλαθάκια τους και γυρίζουνε μέσα στ' αμπέλια για να βρούνε κανένα τσαμπί σταφύλι , που το ξεχάσανε οι τρυγητάδες. Άσε που πολλές φορές ξεχνούσανε ολόκληρες αμπελιές ατρύγητες, γιατί δεν ξαναγυρίζανε πίσω όταν τρυγούσανε. Και τα σταφύλια πού βρίσκανε τα λέγανε καμπανό (κουδούνια) και όσοι γυρίζανε γι' αυτή τη δουλειά τους λέγανε καμπανολόγους. Και μ' αυτά τα σταφύλια κάνανε κι οι πιο φτωχοί τις σταφίδες τους.

Ποτέ οι Σαντορινιοί δεν πατήσανε σταφύλια στον κάμπο. Όλα τα σταφύλια ερχόντουσαν στην κά-ναβα κι ανάλογα με το χρώμα τους (μαύρα ή κόκκινα) τα ρίχνανε στο ξεχωριστό πατετήρι. Τα σταφύλια όμως δεν τα πατούσαν την ίδια μέρα (έκτύς άπύ εκείνα που θα γινότανε το νυχτέρι. Τ' αφήνανε στο πατετήρι μέχρις ότου τελείωνε ο τρυγητής κι ύστερα από δύο-τρείς μέρες τα πατούσαν όλα μαζί.

Εν τω μεταξύόμω τα σταφύλια στραγγίζανε και ο μούστος έτρεχε από το πατετήρι στο ληνό , από μια τρύπα, σαν κουντούτο (υδρορροή) που τη λέγανε άφλα. Για να μην πέφτουνε μέσα στο ληνό με το μούστο ρόες και τσάμπουρα, βάζανε στην τρύπα της άφλας ένα φρύγανο. Και ακόμα μπροστά από την άφλα κρεμούσαν ένα άδειο κοφίνι, που φυλτράριζε τον μούστο από κάθε ξένο αντικείμενο . Κι έτσι έπεφτε καθαρός ο μούστος στο ληνό , που σιγά-σιγά γέμιζε. Τότες τον ξαγλούσανε (αντλούσανε , αδειάζανε) και τον βάζανε στα βαρέλια.

Μα ετούτη η δουλειά ήτανε ζόρικη, όταν μάλιστα ο ληνός ( λεγότανε και το ληνό) είναι θυμωμένος..! Κι' αυτός που θα 'μπαινε στο ληνό έπρεπε να αντέχει τις αναθυμιάσεις του μούστου και να μην ζαλίζεται. Γιαυτύ βάζανε κάποιον άλλο εργάτη, που του έκανε αέρα με μια καθαρή σκούπα, πού την χρησιμοποιούσαν για βεντάλια.

Τον ληνό, που ήτανε μια στρογγυλή στέρνα κι είχε βάθος 1-2 μπόγια, για να τον αδειάσουνε , βάζανε μια καθαρή ξύλινη σκάλα. Κι' αυτός, πού θα 'μπαινε μέσα , πατούσε το ένα του πόδι στη σκάλα και τ' άλλο σ' ένα σκαλιστό σκαλοπάτι που είχε γι' αυτή τη δουλειά ο ληνός. Κι αφού σιγουράριζε καλά το κορμί του έσκυβε και γέμιζε τυν κουβά, που τυν άφηνε γεμάτο στα χείλια του ληνού. Από 'κει τον έπαιρνε άλλος εργάτης και τον έφερνε στην άφουρα που θα γεμίζανε. Εκεί ήταν ανεβασμένος άλλος εργάτης σ'ένα διπλό σκαμνί με σκαλοπάτια. Έπαιρνε τυν κουβά που είχε τον μούστο και τον άδειαζε στην μπίρλια που ήταν εφαρμοσμένη στην καλκούνα του βαρελιού . Κι' έτσι γινότανε και στα πατήματα, που γέμιζε κάθε τόσο ο ληνός. Μα και το πάτημα είτανε δύσκολη δουλειά. Γι' αυτό προσπαθούσανε να την κάμουν εύκολη φέρνοντας τα παιχνίδια ( μουσικά όργανα: βιολί, λαούτο και κλαρίνο, λεγότανε και ζία) ή τη λύρα ή τη τσαμπούνα, κι' έτσι το πάτημα έπαιρνε το ρυθμό χορού. Ερχόντουσαν και γυναίκες , που παρακολουθούσαν το πάτημα , ακουγόντουσαν πειράγματα , κι έτσι η πατητάδες ξεκουραζόντουσαν.

Ολοβραδύς άρχιζε το πάτημα. Πλέναν καλά καλά οι εργάτες τα πόδια τους για να 'ναι καθαρά κι ήταν ελαφρά ντυμένοι με το σώβρακο και τη φανέλα τους. Δένανε το κεφάλι τους με ένα μαντίλι και στ' αυτί τους βάζανε βασιλικό για να τον μυρίζονται και να φεύγει ο θυμός του κρασιού. Δυο-τρεις φορές στρώνανε τα πατημένα σταφύλια με το ξύλινο φτιάρι του πατετηριού, που ήτανε ξύλινο για να μην ξύνει το πατετήρι. Κι αφού τα πατούσανε καλά-καλά, τ' αφήνανε και στραγγίζανε κι ύστερα με τα κοφάκια τα φέρνανε στο μάγγανο, όπου έβγαινε κι η τελευταία σταγόνα του μούστου.

Και τέλος έμπαινε ο μούστος στα βαρέλια.

Μα αυτό δεν ήτανε όλο. Ίσαμε πού να βράσει ο μούστος και να γίνει κρασί είχε ακόμα δουλειά. Αν ήτανε ξήρασία και ο μούστος ήτανε παχύς , έπρεπε να του βάλουνε νερό, για να μη σταματήσει το βράσιμο. Μα κι από την πολλή ζέστη σταματούσε το βράσιμο. Τότες ανοίγανε τη μαίστρα ( ή κάτω τρύπα του βαρελιού) και χυνότανε ο μούστος στη σκάφη του τραβέντζου (τραβεντζάρω = μεταδειάζω) και μετά τον ξαναχύνανε στο βαρέλι από την καρκούνα. Άλλοτες καταβρέχανε την κά-ναβα, τα βαρέλια, είχαν μέρα και νύχτα ανοικτό τον ανεμολόο κι έτσι κατέβαινε ή θερμοκρασία και το βράσιμο του μούστου. Έτσι περνούσαν οι μέρες κι' ανήμερα του Αγίου Αβερκίου ( 22 Οκτωβρίου) ανοίγανε τα βαρέλια και δοκιμάζανε τα κρασιά. Και τότες γινότανε το μεγάλο γλέντι.

Και τα πολύ παλιά χρόνια, οι Μποριανοί ευλογούσαν τον Άγιο Αβέρκιον ( η εικόνα του βρίσκεται στο Χριστό), κάνανε Αρχιερατική Λειτουργία κι όλος ο κόσμος πήγαινε στη λειτουργία. Κι ύστερα πηγαίνανε στις κάναβες για να δοκιμάσουν τα Κρασιά και γινόντουσαν… τύφλα στο μεθύσι.

Και τώρα ας δούμε τη λογής κρασιά κάνανε.

Δεν πίνουν οι Τούρκοι το κρασί , το πίνουν οι Ρωμαίοι Το πίνει κι ή φτωχολογιά να λησμονεί τα Χρέη.

Το πιο συνηθισμένο κρασί ήτανε το μπρούσκο. Κι ήτανε δύο λογιών : άσπρο και μαύρο. Μα και το άσπρο είχε χρώμα κανελλί, και γινότανε ιδίως από τα ασύρτικα. Και τα δύο έχουν πολύ χρώμα γι αυτό τα παίρνανε στο Εξωτερικό και τα ανακατεύανε με τα δικά τους, που είχανε λίγα γράδα. Και ό δυνατός χρωματισμός των κρασιών μας οφείλετο στο ότι μένανε τόσες μέρες τασταφύλια στο πατετήρι, και πέρνανε το χρώμα από τα τσίκουδα (τσάμπουρα).

Ενώ το νυχτέρι, που είναι πιο άσπρο κι από την ρετσίνα, γινότανε από άσπρα σταφύλια που τα πατούσαν αυθημερόν. Επίσης το κρασί που γινότανε μόνο από τα ξενόλοα σταφύλια, λεγότανε μαλαβαζίας κι ήτανε το νέκταρ της Σαντορίνης.


Ιστορία της Οικογένειας - Φωτογραφικό Υλικό

owners
Ιδιοκτήτες
owners
Χειρόγραφα
owners
Ετικέτες

Santorini Wine Shop
top10winemuseums
trip-advisor-rating
daydream suites
tripadvisor